PDA

Επιστροφή στο Forum : Η Εκδίκηση του Μαρκήσιου ντε Σάντ



dora_salonica
18-10-11, 18:33
Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ

του Μαρκήσιου ντε Σαντ (μάλλον το 1787). Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο De Sade Quartet, Peter Owen: 1963.
Μετάφραση στα Αγγλικά, Margaret Crosland. Μετάφραση στα Eλληνικά, dora_salonica

Ένας αξιοπρεπής πολίτης του Πικαρντί, ίσως απόγονος ενός από αυτούς τους δοξασμένους τροβαδούρους της όχθης του Ουάζ ή του Σόμ, η ήρεμη ύπαρξη του οποίου διασώθηκε από τη σκιά της λήθης πριν δέκα ή δώδεκα χρόνια περίπου, από έναν μεγάλο συγγραφέα του καιρού μας, ένας γενναίος και έντιμος πολίτης επαναλαμβάνω, ζούσε στην πόλη του Σεν Κουεντίν, τόσο διάσημη για τους μεγάλους άντρες που έχει κληροδοτήσει στη λογοτεχνία. Ζούσε εκεί σε μία ωραία έπαυλη, ο ίδιος, η γυναίκα του και μία τρίτη ξαδέλφη, καλόγρια σε μία μονή της πόλης. Η τρίτη ξαδέλφη ήταν μία μικροκαμωμένη μελαχρινή, με μάτια που έλαμπαν, με ένα πονηρό προσωπάκι, ανασηκωμένη μυτούλα και λεπτό κορμί. Κουβαλούσε το βάρος των είκοσι-δύο της χρόνων και ήταν καλόγρια για τέσσερα από αυτά. Η αδελφή Πετρονίλλα, γιατί αυτό ήταν το όνομά της, είχε και μία όμορφη φωνή και μία μεγαλύτερη προδιάθεση για τον έρωτα από ότι για τη θρησκεία. Όσο για τον κύριο ντ’ Εσκλαπονβίλ, όπως έλεγαν τον πολίτη μας, ήταν ένας θαυμάσιος καλόκαρδος τύπος, περίπου είκοσι-οχτώ ετών, που αγαπούσε βαθιά την ξαδέλφη του αλλά την κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ όχι και τόσο, αφού κοιμόταν μαζί της ήδη για δέκα χρόνια, και μία τέτοια συνήθεια δεκαετίας είναι μοιραία για τις φωτιές του πάθους. Η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ – γιατί είναι αναγκαίο να την περιγράψουμε, θα σιχαινόμασταν έναν συγγραφέα που δεν απεικονίζει τους ανθρώπους σε μία εποχή που μόνο εικόνες απαιτεί, και όπου ούτε μία τραγωδία δεν θα γινόταν δεκτή εάν οι έμποροι εικόνων δεν έβρισκαν τουλάχιστον μισή ντουζίνα πρωταγωνιστές στην ιστορία αυτή – η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ λοιπόν, όπως έλεγα, ήταν μία κάπως άχρωμη ξανθιά, ελαφρώς ξεπλυμένη, αλλά με πολύ λευκό δέρμα, όμορφα μάτια, αφράτη και με εκείνα τα μεγάλα παχουλά μάγουλα που ο κόσμος τα περιγράφει ως «τέλεια για τσίμπημα».

Μέχρι τότε η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ δεν γνώριζε ότι υπήρχε κάποιος τρόπος να πάρει εκδίκηση από έναν άπιστο σύζυγο. Καλότροπη όπως η μητέρα της, που είχε ζήσει ογδόντα-τρία χρόνια με τον ίδιο άντρα χωρίς ποτέ να του είναι άπιστη, ήταν ακόμη αρκετά αφελής και αρκετά ειλικρινής ώστε να μην υποπτεύεται καν ότι μπορεί να υπήρχε αυτός ο φρικιαστικός εγκληματίας που οι περιπτωσιολόγοι ονόμασαν μοιχό, και οι απλοί άνθρωποι που απαλύνουν τα πάντα το ονόμασαν γυναικά. Αλλά μία απατημένη σύζυγος σύντομα αρχίζει να σχεδιάζει σενάρια εκδίκησης λόγω της πικρίας της, και καθώς σε κανέναν δεν αρέσει να τον ξεπερνούν, δεν υπάρχει τίποτα που δεν θα κάνει όσο περνάει από το χέρι της για να αποφύγει την περιφρόνηση. Η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ κατάλαβε τελικά ότι ο αγαπημένος αφέντης και κύρης της επισκεπτόταν την τρίτη ξαδέλφη του λίγο πιο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς. Ο δαίμονας της ζήλειας τρύπωσε στην ψυχή της, περίμενε καρτερικά, έκανε ερωτήματα και τελικά ανακάλυψε ότι ελάχιστα πράγματα στο Σεν Κουεντίν ήταν τόσο σίγουρα όσο το ειδύλλιο ανάμεσα στον άντρα της και την Αδελφή Πετρονίλλα. Αφού τεκμηρίωσε τα γεγονότα, η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ ανακοίνωσε τελικά στον σύζυγό της ότι η συμπεριφορά του της έσκιζε την καρδιά, ότι δεν άξιζε να φέρονται κατ’ αυτό τον τρόπο σε ένα άτομο όπως η ίδια και τον παρακάλεσε να μην συνεχίσει αυτές τις παρατυπίες.

«Παρατυπίες;» απάντησε φλεγματικά ο σύζυγος. «Μα δεν γνωρίζεις, αγαπητή μου φίλη, πως όταν κοιμάμαι με την ξαδέλφη μου την καλόγρια, σώζω τον εαυτό μου; Η ψυχή βρίσκει την κάθαρση σε ένα τόσο άγιο ειδύλλιο, πρόκειται για ταύτιση με το Υπέρτατο Ον, είναι η ίδια η ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος μέσα μας. Δεν είναι καθόλου αμαρτία, αγαπητή μου, με άτομα που είναι αφιερωμένα στο Θεό, εξαγνίζουν όλους όσους τους αγγίζουν και αν συγχρωτιζόμαστε συχνά μαζί τους, στ’ αλήθεια ανοίγουμε την πύλη που οδηγεί στην ουράνια μακαριότητα».

Η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ, που δεν έμεινε καθόλου ικανοποιημένη από την έκβαση της παρέμβασής της, δεν είπε τίποτα, αλλά ορκίστηκε μέσα της ότι θα έβρισκε έναν τρόπο πιο εύγλωττο, πιο πειστικό...Είναι πραγματικά διαβολικός ο τρόπος που οι γυναίκες πάντα έχουν τη δύναμη στα χέρια τους: όσο γυναικούλες και αν είναι, αρκεί να πουν τη λέξη και τα κύματα της εκδίκησης θα υψωθούν μανιασμένα από όλες τις πλευρές.

Υπήρχε στην πόλη κάποιος πάστορας γνωστός ως Αββάς Μποσκέ, ένας ωραίος παιχνιδιάρης τύπος γύρω στα τριάντα, που κυνηγούσε όλες τις γυναίκες και είχε μετατρέψει το μέτωπο όλων των συζύγων στο Σεν Κουεντίν σε δάσος κεράτων. Η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ γνωρίστηκε με τον πάστορα. Και ο πάστορας επίσης γνωρίστηκε ανεπαισθήτως με την κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ και στο τέλος η αμοιβαία γνωριμία τους ήταν τόσο τέλεια που θα μπορούσε ο ένας να ζωγραφίσει τον άλλον από την κορφή ως τα νύχια χωρίς να κάνει το παραμικρό λάθος. Στο τέλος του μήνα, όλοι έσπευσαν να συγχαρούν τον ατυχή ντ’ Εσκλαπονβίλ, ο οποίος παλιά καυχιόταν πως ήταν ο μόνος που είχε γλιτώσει την αδιαμφισβήτητη ορμητικότητα του Αββά με τις γυναίκες και ότι σε όλο το Σεν Κουεντίν μόνο το δικό του κεφάλι παρέμενε αμόλυντο από το κέρατο.

«Αυτό αποκλείεται», είπε ο ντ’ Εσκλαπονβίλ σε αυτούς που του έφεραν τα νέα. «Η γυναίκα μου συμπεριφέρεται καλύτερα κι από την Λουκρητία. Και εκατό φορές να μου το πείτε, εγώ δεν θα το πιστέψω».

«Έλα μαζί μου τότε», είπε ένας από τους φίλους του, «έλα και θα πειστείς με τα ίδια σου τα μάτια και θα δούμε μετά αν έχεις αμφιβολίες».

Ο ντ’ Εσκλαπονβίλ αφέθηκε να τον οδηγήσει ο φίλος του κι εκείνος τον πήγε δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη σε ένα ερημικό μέρος όπου ο ποταμός Σομ, ανάμεσα σε δύο φρέσκα, λουλουδάτα αλσύλια σχημάτιζε ένα πανέμορφο χώρο για μπάνιο για τους κατοίκους της πόλης. Αλλά καθώς το ραντεβού είχε δοθεί μία ώρα που κανένας δεν κολυμπούσε ακόμη εκεί, ο φτωχός μας σύζυγος είδε προς θλίψη του να καταφτάνουν, ο ένας μετά τον άλλον, η άξια σύζυγός του και ο αντίζηλός του και δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να τους διακόψει κανείς.

«Λοιπόν τώρα», είπε ο φίλος του στον ντ’ Εσκλαπονβίλ, «δεν άρχισε να σε φαγουρίζει το μέτωπό σου;»

«Όχι ακόμη», είπε ο πολίτης, ξύνοντας παρόλα αυτά το μέτωπό του ασυναίσθητα. «Ίσως να ήρθε εδώ για να εξομολογηθεί!»

«Ας μείνουμε τότε μέχρι το τέλος», είπε ο φίλος του. Δεν πήρε πολλή ώρα. Με το που έφτασε ο Αββάς Μποσκέ στην παχιά σκιά του ευωδιαστού άλσους, ξεφορτώθηκε μεμιάς όλα του τα ρούχα που θα παρεμπόδιζαν τις λαγνικές επαφές που είχε στο νου του, και ξεκίνησε με ζήλο τους ευσεβείς κόπους να τοποθετήσει, ίσως για τριακοστή φορά, τον τίμιο, άξιο ντ’ Εσκλαπονβίλ στην ίδια κατηγορία με όλους τους υπόλοιπους συζύγους της πόλης.

«Λοιπόν, τώρα με πιστεύεις;» είπε ο φίλος του.

«Ας επιστρέψουμε», είπε ξινισμένα ο ντ’ Εσκλαπονβίλ. «Τώρα που πείστηκα, θα μπορούσα να σκοτώσω αυτό τον καταραμένο παπά και αυτό θα μου κόστιζε παραπάνω από ότι αξίζει. Ας επιστρέψουμε, φίλε μου, και σε ικετεύω να κρατήσεις το μυστικό μου».

Ο ντ’ Εσκλαπονβίλ γύρισε σπίτι του μπερδεμένος και σύντομα έφτασε και η ευγενική του σύζυγος και παρουσιάστηκε για να δειπνήσει με αξιοπρέπεια στο πλευρό του.

«Ένα λεπτό καλή μου», είπε ο εξοργισμένος κύριος. «Όταν ήμουν παιδί, ορκίστηκα στον πατέρα μου ότι ποτέ δεν θα τρώω με πόρνες στο τραπέζι μου».

«Πόρνες;» απάντησε η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ, καλοσυνάτα. «Ένας τέτοιος υπαινιγμός με σοκάρει, καλέ μου φίλε, μα τί έχεις να μου προσάψεις στο κάτω κάτω;»

«Τί! Χείμαρρε διαφθοράς, αυτό που έχω να σου προσάψω είναι, τί έκανες το απόγευμα στο ποτάμι με τον ιερέα μας;»

«Ω Θεέ μου», απάντησε απαλά η γυναίκα, «αν είναι μόνο αυτό, αν μόνο αυτό έχεις να μου πεις...»

«Διάολε! Τί εννοείς, αν είναι μόνο αυτό...»

«Μα φίλε μου, εγώ ακολούθησα τη συμβουλή σου. Δεν μου είπες ότι δεν διακινδυνεύεις τίποτε αν κοιμάσαι με ανθρώπους της εκκλησίας, ότι η ψυχή βρίσκει την κάθαρση σε ένα τόσο άγιο ειδύλλιο, ότι πρόκειται για μία ταύτιση με το Υπέρτατο Ον, ότι το Άγιο Πνεύμα εισέρχεται μέσα σου και στ’ αλήθεια σου ανοίγει την πύλη που οδηγεί στην ουράνια μακαριότητα...Ε λοιπόν, κι εγώ αγαπητέ μου, έκανα μόνο αυτό που μου είπες να κάνω και επομένως είμαι αγία και όχι πόρνη! Και μπορώ να σε διαβεβαιώσω, ότι αν κάποιος από αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους του Θεού έχουν τον τρόπο να ανοίξουν την πύλη που οδηγεί στην ουράνια μακαριότητα, αυτός είναι σίγουρα ο Αββάς, γιατί ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναείδα ένα τόσο τεράστιο κλειδί».

Miss Kitty
02-11-11, 00:51
Σωστή η κυρία ντ’ Εσκλαπονβίλ :joyous:

Gotham
05-11-11, 01:32
Ωραιο!!!

dora_salonica
05-11-11, 13:57
Ωραιο!!!

Ναι, είναι ένα ωραίο κειμενάκι του ντε Σαντ, ανάλαφρο και εύπεπτο, ελάχιστα γνωστό. Γι αυτό κάθισα και το μετέφρασα, ήθελα να δείξω και την άλλη πτυχή του ντε Σαντ. Τον φαντάζομαι ζωντανό στην εποχή μας, να γίνεται μέλος αυτού του φόρουμ και να ποστάρει μικρές ιστοριούλες, λίγο όπως κάνω κι εγώ...

Durcet
05-11-11, 14:10
Ναι, είναι ένα ωραίο κειμενάκι του ντε Σαντ, ανάλαφρο και εύπεπτο, ελάχιστα γνωστό. Γι αυτό κάθισα και το μετέφρασα, ήθελα να δείξω και την άλλη πτυχή του ντε Σαντ. Τον φαντάζομαι ζωντανό στην εποχή μας, να γίνεται μέλος αυτού του φόρουμ και να ποστάρει μικρές ιστοριούλες, λίγο όπως κάνω κι εγώ...

Α μπα... Είμαι της άποψης πως απλά θα μας ξέχεζε, βλέποντας πόσο τον έχουμε "βιάσει". Δε νομίζω ένας τέτοιος λιμπερτίνος να είχε διάθεση ν' ασχολείται με άτομα που θέτουν κανονιστικά πλαίσια και όρους στην ηδονή τους.

dora_salonica
05-11-11, 15:42
Α μπα... Είμαι της άποψης πως απλά θα μας ξέχεζε, βλέποντας πόσο τον έχουμε "βιάσει". Δε νομίζω ένας τέτοιος λιμπερτίνος να είχε διάθεση ν' ασχολείται με άτομα που θέτουν κανονιστικά πλαίσια και όρους στην ηδονή τους.

Τα πλαίσια δεν είναι εκεί για να μειώνουν την ηδονή, αλλά για να την αυξάνουν...:tranquillity: