PDA

Επιστροφή στο Forum : Ιδιοκτησία ενός Άγγλου



dora_salonica
28-09-11, 23:21
[Θα παραθέσω εδώ μερικά αποσπάσματα σε μετάφραση από το βιβλίο που γράψαμε εγώ και ο Γηραιός και το οποίο έχουμε ήδη αποστείλει προς έκδοση σε έναν εκδοτικό οίκο της Αμερικής. Έχω εξασφαλίσει την άδεια του Γηραιού, μου συνέστησε όμως να τα ανεβάσω μόνο εδώ, κατ' αποκλειστικότητα, τουλάχιστον μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο. Ελπίζω να σας αρέσει...]

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΓΛΟΥ
Ένα μυθιστόρημα
της d και του Γηραιού

Κεφάλαιο Ένα
Στο οποίο, αγαπητέ αναγνώστη, βλέπω την καλή μου φίλη να μαστιγώνεται, και άλλα χειρότερα, και μυούμαι στη ζωή της «Ιεραρχίας», σαν να ξυπνάω από βαθύ και ταραγμένο ύπνο.


Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο του διαμερίσματός μου στη Φιλαδέλφεια τα γκρίζα σύννεφα του Οκτωβρίου και απορώ που αισθάνομαι τόσο διαφορετικά τώρα από ότι ένιωθα πριν δώδεκα μήνες, πριν μία αιωνιότητα, τότε που μία μουντή φθινοπωρινή μέρα μπορούσε τόσο εύκολα να τρυπώσει στην καρδιά μου. Τότε ήμουν βουτηγμένη μέσα σε μία απροσδιόριστη δυστυχία, σε πλήρη σύγχυση, με την πικρή γεύση στο στόμα ενός τεράστιου κενού στη ζωή μου, χωρίς να μπορώ να καταλάβω τί ήταν αυτό που μου έλειπε.

Τα πάντα είναι διαφορετικά πια. Εγώ είμαι διαφορετική. Οι εποχές έρχονται και φεύγουν, με τα γκρίζα χρώματά τους και τις χειμωνιάτικες καταιγίδες τους και τις υγρές καλοκαιρινές νύχτες και τα λαμπερά ανοιξιάτικα πρωινά, αφήνοντας ένα αχνό ίχνος στις αισθήσεις μου με τις εικόνες τους και τις ευωδιές τους, στιγμιαία, φευγαλέα, καθώς εξατμίζονται αργά γύρω μου, χωρίς ποτέ να αγγίζουν τον εσωτερικό μου πυρήνα. Γιατί τώρα είμαι ολοκληρωμένη, γεμάτη, δυνατή, γνωρίζω ποια είμαι και πού πηγαίνω. Τώρα πια ανήκω στην Ιεραρχία. Έχω φτάσει. Το ταξίδι μου έχει τελειώσει, αυτό το δύσκολο ταξίδι των τελευταίων μηνών, αυτή η Οδύσσεια, που με οδήγησε τόσο μακριά από το σπίτι μου, αλλά και τόσο βαθιά μέσα μου. Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι, το μεγαλύτερο της ζωής μου, και συνέχισα να πηγαίνω, παρά τις κακουχίες και το φόβο, πήγαινα, πήγαινα, όλο και πιο βαθιά, εκεί όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν τολμούν ποτέ να πάνε. Αλλά εγώ πήγα. Και έτσι βρέθηκα σήμερα εδώ, να κοιτάζω απ’ το παράθυρο τα γκρίζα σύννεφα του Οκτωβρίου, χαμογελώντας και νιώθοντας έτσι όπως νιώθω. Ναι, έχω φτάσει. Και αυτή, αγαπητέ αναγνώστη, είναι η ιστορία του ταξιδιού μου.

Ξεκίνησε την ημέρα που είδα το μαστίγωμα της φίλης μου, της Σάντρα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μέρα. Καθώς το σούρουπο άρχιζε την κάθοδό του γύρω μας, τυλίγοντάς μας με το γλυκό σκοτάδι του, είδα τη Σάντρα να σφαδάζει κάτω από το μαστίγιο. Είδα τα σημάδια στην πλάτη της να πληθαίνουν κάτω από τα επιδέξια χέρια εκείνης της υπηρέτριας, με το ψυχρό πρόσωπο και την έλλειψη συμπόνιας, παρά τα βογγητά που ξέφευγαν από το φιμωμένο στόμα της φίλης μου. Είδα το αριστοτεχνικό μαστίγωμα που αφήνει τρομερά σημάδια στο κορμί χωρίς να το ματώνει. Είδα τον τρόπο που μία γυναίκα περνάει μέσα από τον πόνο σε μία κατάσταση απόκοσμης διέγερσης. Ήμουν εκεί όταν η Σάντρα παρέδωσε το κορμί της στους σπασμούς της έκστασης. Είδα.

Η Σάντρα κι εγώ γνωριζόμασταν για δύο χρόνια περίπου. Εργαζόμασταν και οι δύο σε μία ασφαλιστική εταιρία, ως γραμματείς. Ήταν πιο κοντή από μένα, αλλά είμαι ένα ψηλό κορίτσι στα 1.75, κι έτσι οι περισσότερες γυναίκες είναι πιο κοντές από μένα. Είχε κοκκινωπά μαλλιά, κοντοκουρεμένα, περισσότερο σε αντρικό στυλ παρά γυναικείο. Μου θύμισε την πρωταγωνίστρια της ταινίας το Μωρό της Ρόζμαρι. Όμορφη, ευάλωτη και κομψή, αν και όχι σύμφωνα με την τελευταία μόδα. Είχε το δικό της στυλ, κάτι για το οποίο δεν μπορούν να καυχηθούν πολλές γυναίκες της εποχής μας. Ήταν περίπου στην ηλικία μου, πλησίαζε τα τριάντα, και ήταν ντυμένη με ρούχα που αποκλείεται να είχε αγοράσει με τον πενιχρό μισθό της. Μία μέρα την ρώτησα πώς τα καταφέρνει και μου εξήγησε ότι ο άντρας της ήταν πολύ ευκατάστατος. Θα μάθαινα σύντομα πόσο ευκατάστατος ήταν.

Αυτό όμως που θαύμαζα στη Σάντρα, αγαπητέ αναγνώστη, αυτό που ήταν το πιο εκπληκτικό επάνω της, ήταν μία λάμψη, μία ζεστασιά που αναδυόταν από μέσα της, ένα φως στα μάτια της, μία αύρα που με έκανε να αποζητώ τη θαλπωρή της συντροφιάς της. Ήταν μία γυναίκα που της άρεσε ο εαυτός της και που ήταν ξεκάθαρα η αγαπημένη κάποιου. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να απολάμβανε την αγάπη όλων όσων έρχονταν κοντά της. Είχε αυτό τον πολύ ιδιαίτερο τρόπο να βαδίζει, πολύ θηλυκό, σαν να ήταν μία από αυτές τις Γιαπωνέζες γκέισες, και να είχε βρεθεί τυχαία ανάμεσά μας, σε ένα μικρό ασφαλιστικό γραφείο, μη μπορώντας να αποποιηθεί την αληθινή της ταυτότητα, μη μπορώντας να εξαλείψει την ευάλωτη θηλυκότητά της. Η Σάντρα περπατούσε με πολύ μικρά βηματάκια, κουβαλώντας το κορμί της προσεκτικά, γλιστρώντας ανάμεσά μας, σαν να ισορροπούσε πάνω από μία άβυσσο, η οποία θα την κατάπινε αν τυχόν έχανε τον βηματισμό της.

Δεν φορούσε καθόλου μακιγιάζ. Το πρόσωπό της δεν χρειαζόταν καμία βελτίωση. Το δέρμα της ήταν τέλειο, τα μάτια της είχαν όμορφο σχήμα και ένα χρώμα που καμία άλλη λέξη δεν θα μπορούσε να το περιγράψει με μεγαλύτερη ακρίβεια όσο η λέξη «χρυσό». Ίσως γι αυτό το λόγο να μην φορούσε ποτέ κοσμήματα, τα μάτια της αρκούσαν. Φορούσε μόνο μία βέρα και ένα ρολόι που φαινόταν ακριβό. Η φωνή της ήταν απαλή σαν το πιο ελαφρύ χάδι. Μπορούσα να εντοπίσω μία μορφωμένη προφορά, σαφώς Αμερικάνικη, αλλά χωρίς καμία τοπική επιρροή. Σπάνια ξεκινούσε εκείνη τη συζήτηση, συνήθως μιλούσε μόνο όταν της απηύθυναν το λόγο, λες και ήταν πάντα στη διάθεση των άλλων, έτοιμη να βοηθήσει, να προσφέρει τις υπηρεσίες της αν κάποιος τις ζητήσει. Υπήρχε, με λίγα λόγια, μία αίσθηση ταπεινότητας επάνω της, παρά την υπέροχη ομορφιά της και την εμφανή οικονομική της άνεση. Μία σπάνια γυναίκα, το μεγαλύτερο προτέρημα της οποίας ήταν ότι φαινόταν συναισθηματικά πλήρης, και ακόμη περισσότερο, πρόθυμη να μοιραστεί αυτή την πληρότητα με τους ανθρώπους γύρω της.

Σιγά σιγά αρχίσαμε να γνωρίζουμε η μία την άλλη και στο γραφείο έγινε γνωστή η φιλία μας. Τρώγαμε μαζί έξω, παρά το έξοδο, προτιμώντας το από την φτηνή καντίνα της δουλειάς. Στο εστιατόριο στη γωνία εκεί κοντά, με χαμηλή φωνή, της έλεγα γι αυτόν τον αόριστο πόνο που με βύθιζε σιγά σιγά στη θλίψη, γι αυτή την κατάσταση στην οποία είχα βρεθεί τα τελευταία χρόνια, μία κατάσταση άγνοιας, μία σχεδόν συνεχή αναζήτηση για...για...κάτι. Μία αναζήτηση που θα ήταν πιο εύκολη αν ήξερα τί ήταν αυτό που έψαχνα, τί ήταν αυτό που με ενοχλούσε, τί ήταν αυτό που με έκανε να ξυπνώ στη μέση της νύχτας, λουσμένη στον ιδρώτα και πονώντας στα έγκατα της ψυχής μου, λες και κάποιος είχε πάρει ένα μαχαίρι και έσκαβε γύρω από την καρδιά μου, μέχρι να φτάσει στο κέντρο της. Με άκουγε υπομονετικά, με προσοχή και ανησυχία, καθώς της έλεγα πόσο η ζωή μου ήταν άδεια...άδεια...άδεια.

Και κάθε απόγευμα γυρνούσα πίσω εδώ, στο διαμέρισμά μου, περνώντας μέσα από τους κρύους δρόμους της Φιλαδέλφειας, περπατώντας μόνη στη βροχή, με τον αέρα να χώνεται μέσα στα μαλλιά μου και το νερό να μπαίνει στα παπούτσια μου. Έκλεινα την πόρτα πίσω μου, κάποιες φορές σωριαζόμουν εκεί, με την πλάτη μου στην πόρτα, μη μπορώντας να αντιμετωπίσω ακόμη μία μοναχική νύχτα στο σκοτεινό μου διαμέρισμα, κουβαλώντας αυτό το παράξενο κενό μέσα μου, τον εχθρό χωρίς όνομα, τον εσωτερικό αντίπαλο.

Και όμως, σε τόσα σημεία μπορούσα να θεωρηθώ μία τυχερή γυναίκα. Είχα την τύχη να γεννηθώ με κάποια ιδιαίτερη ομορφιά. Έντονα χαρακτηριστικά, σε ένα συμμετρικό πρόσωπο. Τα κοκκινωπά μαλλιά μου έπεφταν στους ώμους μου σε βαριές μπούκλες. Είχα μικρό αλλά στητό στήθος, λεπτή μέση, κομψό πισινό και πολύ, πολύ μακριά πόδια που πολλοί άντρες έχουν θαυμάσει. Ήξερα ότι πολλές γυναίκες θα σκότωναν για να έχουν αυτό το σώμα. Με λίγα λόγια, αγαπητέ αναγνώστη, έχω το είδος του σωματότυπου που οι ψυχολόγοι λένε ότι ελκύει τους επιτυχημένους άντρες. Δεν ήταν για μένα τα αγόρια που επιθυμούν τις στρουμπουλές γυναίκες, καθόλου. Πάντα έβγαινα με αξιωματικούς του στρατού, υψηλά στελέχη εταιριών και αυτοδημιούργητους άντρες. Και όμως κάτι έλειπε. Θα μπορούσα να έχω μία πολύ καλή ερωτική ζωή, παθιασμένες σχέσεις, έρωτα, ηδονή...Αλλά όχι. Δεν δούλευε καθόλου για μένα. Τελικά είχα χάσει όλο μου το ενδιαφέρον για όλους αυτούς τους άντρες που με κοίταζαν με θαυμασμό, έτοιμοι να ομολογήσουν τον αιώνιο έρωτά τους για μένα. Έψαχνα κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι αναμενόμενο από γυναίκες σαν εμένα. Ίσως να έψαχνα για κάτι που θα με έκανε να λάμπω με τον τρόπο που έλαμπε η Σάντρα Ουέηλς. Η αγαπημένη μου Σάντρα, την αγαπούσα τόσο πολύ και όμως μερικές φορές την ζήλευα. Ποιό να ήταν άραγε το μυστικό συστατικό της ακτινοβολίας της;

dora_salonica
29-09-11, 22:27
Τελικά, άκουσα τον χαρακτηριστικό ήχο αντρικών βημάτων στο διάδρομο, τα οποία, μόλις έφτασαν έξω από την πόρτα, σταμάτησαν για ένα δευτερόλεπτο. Είδα τη Σάντρα να σφίγγεται και την άκουσα να κρατάει την ανάσα της. Τότε η πόρτα άνοιξε και ένας άντρας στάθηκε στο κατώφλι. Ήταν γύρω στα 35. Είχε μία επιβλητική παρουσία, μία αύρα, αλλά δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν από αυτούς τους άντρες που έχουν επιθετικό ή αυταρχικό χαρακτήρα. Μου χαμογέλασε. «Εσύ πρέπει να είσαι η Βικτώρια», μου είπε με απαλή φωνή. «Είμαι ο Μάικλ Ουέηλς, Κύριος αυτού του σπιτιού και σύζυγος της Σάντρα. Να με αποκαλείς Κύριο».

«Κύριε», επανέλαβα σαν ζαλισμένη. «Χαίρω πολύ». Ένιωσα την ανάγκη να σηκωθώ, ίσως και να κάνω υπόκλιση, αλλά θυμήθηκα ότι ήμουν γυναίκα σε επίσκεψη και παρέμεινα καθιστή. Η Σάντρα όμως σηκώθηκε και έκανε μία μικρή υπόκλιση.

Ο Κύριος, όπως τον αποκαλούσα ήδη μέσα μου, γύρισε και έκλεισε την πόρτα πίσω του και με πλησίασε με απλωμένο χέρι. «Καλώς ήρθες στο σπίτι μου». Το σφίξιμο του χεριού του ήταν σταθερό, χωρίς να το παρακάνει. Ήταν ψηλός, ίσως λίγο πάνω από 1.80 και φορούσε ένα κομψό κοστούμι.

«Ευχαριστώ Κύριε». Το κοστούμι του με έκανε να νιώσω ότι δεν είχα ντυθεί αρκετά επίσημα, θα ήθελα να είχα φορέσει μία βραδινή τουαλέτα. Και όμως, από την άλλη, ένιωθα ότι φορούσα πολλά ρούχα, θα ήθελα να αρχίσω να τα ξεφορτώνομαι ένα ένα και να παραμείνω γυμνή όπως η Σάντρα. Αγαπητέ αναγνώστη, μπορείς να καταλάβεις τη σύγχυση στο μυαλό μου...

«Σήκω!» Ο Κύριος γύρισε προς τη Σάντρα που αμέσως σηκώθηκε με την εντολή του. «Πλησίασε». Μιλούσε με ήρεμη αυτοκυριαρχία.

Η Σάντρα τον πλησίασε και στάθηκε μπροστά του, γυμνή και ευάλωτη στις αλυσίδες της. Την αγκάλιασε τρυφερά αλλά σταθερά, σαν να επιβεβαίωνε απλά το γεγονός ότι του ανήκε και ότι είχε επιστρέψει στην αγκαλιά του, όπου ήταν η φυσική της θέση, το μόνο μέρος όπου μπορούσε να νιώθει στο σπίτι της. Και πράγματι, όταν τον αγκάλιασε κι εκείνη, είδα ξεκάθαρα το βάθος της αγάπης που αυτοί οι δύο άνθρωποι είχαν ο ένας για τον άλλον. Ήταν μία ζεστή αγκαλιά για το καλωσόρισες, η πιο ζεστή που είδα ποτέ στη ζωή μου. Ακόμη κατάλαβα ότι όταν η Σάντρα με είχε αγκαλιάσει, δεν επρόκειτο για σημάδι απιστίας προς τον άντρα της.

«Ξέρεις τί θα σου συμβεί αργότερα αυτό το βράδυ», της είπε μόλις τα χείλια τους απομακρύνθηκαν. Ακόμη κρατούσαν ο ένας τον άλλον.

«Αυτό το κορίτσι γνωρίζει Κύριε», ήταν η παράξενη απάντηση της Σάντρα. Αναφερόταν στον εαυτό της ως «το κορίτσι». Δεν ήταν ένα «εγώ». Έμεινα άναυδη.

«Ωραία». Την φίλησε ξανά. «Και ξέρεις τί θα σου συμβεί αύριο;»

«Αυτό το κορίτσι γνωρίζει Κύριε».

[...]

Τύλιξε την αλυσίδα γύρω από το λαιμό της Σάντρα, για να μην σέρνεται στο πάτωμα προφανώς, μετά της είπε, «Ποτά για την καλεσμένη μας, σκλάβα».

Ο Κύριος πήρε την καρέκλα που έβλεπε προς την πόρτα, όπως είχα φαντασθεί ότι θα κάνει, και η Σάντρα, πατώντας στις μύτες των ποδιών της, πήγε μέχρι το ντουλάπι δίπλα στον καναπέ. Άκουσα ένα δίσκο να τοποθετείται πάνω στο ντουλάπι, μετά το τσούγκρισμα ποτηριών.

«Θόρυβος», γρύλισε ο Κύριος, ζαρώνοντας για μια στιγμή τα συμμετρικά του χαρακτηριστικά. Μετά χαλάρωσε και μου χαμογέλασε. «Βικτώρια», είπε, «σε καλέσαμε εδώ γιατί η Σάντρα είχε την εντύπωση ότι μπορεί να σε ενδιαφέρει ο τρόπος ζωής μας. Ίσως ήδη πρόσεξες ότι είναι αρκετά διαφορετικός. Εμείς χρησιμοποιούμε τον όρο ‘εναλλακτικός’».

dora_salonica
02-10-11, 22:19
«Καλό θα ήταν, Βικτώρια, να μάθεις κάποια πράγματα σωστά από την αρχή, αν πρόκειται να γίνεις μέλος της Ιεραρχίας. Οι κακές συνήθειες αποκτώνται εύκολα και αποβάλλονται δύσκολα. Ο τρόπος που προσφωνείς κάποιον είναι σημαντικός για την τάξη και την πειθαρχία. Η Ιεραρχία είναι μία οργάνωση που βασίζεται στην έννοια της αγάπης, του σεβασμού και της προστασίας μέσα σε ένα πειθαρχημένο και ιεραρχημένο πλαίσιο. Τα σπιτικά διαφέρουν στον τρόπο λειτουργίας τους αλλά όλες οι γυναίκες είναι υποτακτικές προς τους άντρες των οποίων το κολάρο φορούν και τελούν υπό την προστασία τους. Η Σάντρα είναι υποχρεωμένη να κυκλοφορεί γυμνή πάντα μέσα στο σπίτι, όπως και άλλες γυναίκες υποτακτικές που επισκέπτονται, όπως θα δεις αύριο, αλλά δεν έχει ερωτικές επαφές με κανέναν άλλον άντρα εκτός από μένα. Από όσο γνωρίζω, κανένας άλλος άντρας στο δικό μας παράρτημα δεν επιτρέπει στη γυναίκα που φοράει το κολάρο του να έχει επαφές με άλλους άντρες. Αλλά δεν υπάρχει επίσημος κανόνας επ’ αυτού. Πρόσφατα επισκέφτηκα το παράρτημα στην Καλιφόρνια και όσο ήμουν εκεί, άκουσα ότι ένας Κυρίαρχος, ένας άντρας, τιμώρησε την υποτακτική του αναγκάζοντάς την να επισκεφτεί έξι διαφορετικούς άντρες εκείνου του παραρτήματος σε έξι συνεχόμενες νύχτες για να την χρησιμοποιήσουν όπως ήθελαν εκείνοι. Η Ιεραρχία είναι μία μεγάλη εκκλησία. Το δικό μας παράρτημα είναι σαφώς πιο συντηρητικό στην προσέγγισή του από ότι οι φίλοι μας στην ανατολική ακτή».

«Κατάλαβα Κύριε».

«Μία υποτακτική, μία γυναίκα υποτακτική, δέχεται το κολάρο του Κυρίαρχου αν συμφωνεί με τους όρους του. Αν οι όροι του δεν της ταιριάζουν, μπορεί να αρνηθεί την προσφορά του κολάρου και να συνεχίσει την αναζήτησή της για έναν Κυρίαρχο που να της ταιριάζει. Μπορεί να ζητήσει να αποδεσμευτεί από το κολάρο του αν αλλάξει τους όρους του».

«Κολάρο σημαίνει ιδιοκτησία;»

«Ναι. Με μία λέξη. Μερικές υποτακτικές έχουν περισσότερη ελευθερία από άλλες, εξαρτάται από το σπιτικό. Αλλά μερικές υποτακτικές με τη θέλησή τους αποποιούνται όλα τους τα δικαιώματα και γίνονται σκλάβες. Αυτή είναι δική τους επιλογή. Η Σάντρα είναι υποτακτική, όχι σκλάβα. Έχει δικαιώματα τα οποία πρέπει να σεβαστώ αλλά είναι επίσης αναγκασμένη να ζει σύμφωνα με τους δικούς μου κανόνες. Δεν της επιτρέπεται να μιλάει μέσα στο σπίτι ποτέ, εκτός εάν απαντάει ευθέως σε δικές μου ερωτήσεις και ακόμη και τότε οι απαντήσεις της πρέπει να είναι σύντομες. Δεν σου μίλησε καθόλου, ελπίζω, από τότε που ήρθατε στο σπίτι;»

«Όχι Κύριε», είπα γρήγορα, νιώθοντας ότι πρέπει να προστατεύσω τη φίλη μου. «Επειδή δεν ήξερα τους κανόνες, δύο φορές προσπάθησα να της μιλήσω, αλλά και τις δύο φορές σήκωσε το δάχτυλό της στα χείλη της».

«Αυτό επιτρέπεται. Αν σου είχε μιλήσει, εγώ δεν θα το ήξερα, αλλά μόνο τον εαυτό της θα πρόδιδε. Αν θέλεις να μιλήσεις μαζί της, μπορείτε να πάτε βόλτα στους κήπους του σπιτιού. Έξω από το σπίτι μπορεί να μιλάει ελεύθερα».

«Κατάλαβα Κύριε».

«Δεν μπορεί να κάνει τίποτε χωρίς άδεια και ζητάει άδεια από την Χάριετ. Για να ζητήσει άδεια, απλά πηγαίνει και στέκεται δίπλα στην Χάριετ, η οποία την ρωτάει τί θέλει και η Σάντρα πρέπει να απαντήσει με μία μόνο λέξη. Για παράδειγμα, «τουαλέτα», «νερό»...Τότε η Χάριετ μεταφέρει το αίτημα σε μένα. Η άδεια της δίνεται πάντα αλλά πάντα πρέπει να ρωτάει. Αυτό σημαίνει ότι η Σάντρα πρέπει να προβλέπει τις ανάγκες της αλλά έχει μάθει να το κάνει αυτό. Και η Χάριετ...». Ο Κύριος χαμογέλασε. «Δεν θα μπορούσα να κάνω χωρίς αυτήν. Είναι περισσότερο από μία υπηρέτρια. Είναι τα μάτια μου, τα αυτιά μου και, όπως θα δεις απόψε, και το δεξί μου χέρι. Μερικές φορές με ευχαριστεί να κάνω, άλλες να κοιτάζω. Απόψε η απόλαυσή μου θα είναι να κοιτάζω».

«Να κάνετε;» ρώτησα, καθώς είδα τη Σάντρα να σφίγγεται στα λόγια του Κυρίου της. «Να κοιτάζετε;»

«Θα δεις», είπε χαμογελώντας αινιγματικά.

dora_salonica
08-10-11, 14:25
Μετά τον καφέ, που ήπιαμε μόνο ο Κύριος και εγώ, ο Κύριος σηκώθηκε από το τραπέζι, πήγε προς το τζάκι και τράβηξε ένα κορδόνι δύο φορές. Επέστρεψε στη θέση του και μέσα σε λίγα λεπτά μπήκε στο δωμάτιο η Χάριετ.

«Με καλέσατε Κύριε;» είπε και στάθηκε στο κατώφλι της πόρτας.

«Ναι, σ’ ευχαριστώ Χάριετ». Ο Κύριος χαμογέλασε στην υπηρέτρια και μετά είπε απλά: «Ετοίμασέ την».

Η Χάριετ πλησίασε το τραπέζι, ξετύλιξε την αλυσίδα από την καρέκλα και οδήγησε τη Σάντρα, στις μύτες των ποδιών πάντα, έξω από το δωμάτιο, κλείνοντας τη βαριά πόρτα πίσω της με ένα απαλό κλικ.

«Θα της πάρει περίπου δέκα λεπτά να το κάνει και μετά θα αφήσει τη Σάντρα να συλλογίζεται τη μοίρα της και άρα εμείς θα κατέβουμε σε μία ώρα περίπου».

«Τη μοίρα της;»

«Θα δεις». Ο Κύριος χαμογέλασε. «Αλλά είναι τυχερή που είναι χειμώνας, γιατί σκοτεινιάζει γρήγορα βλέπεις».

«Λυπάμαι, δεν...»

«Α, ναι...φυσικά...δεν γνωρίζεις τους κανόνες. Σ’ αυτό το σπίτι η Σάντρα τιμωρείται μόνο τις ώρες της νύχτας».

«Τιμωρείται...αυτό είναι η μοίρα της;»

«Ναι. Αυτό σημαίνει ότι το καλοκαίρι, αν ετοιμαστεί στις 7 το απόγευμα, μπορεί και να περιμένει μέχρι τις 10 για το πρώτο χτύπημα, αλλά το χειμώνα, επειδή σκοτεινιάζει νωρίς, μειώνεται ο χρόνος αναμονής. Τώρα έχει σκοτεινιάσει ήδη αλλά και πάλι θα την αφήσω να περιμένει για μία ώρα πριν κατέβουμε. Την βοηθάει με την αυτοσυγκέντρωση βλέπεις, αν έχει το χρόνο να σκεφτεί αυτό που θα της συμβεί χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε για να το σταματήσει. Η τελετουργία είναι ένα σημαντικό μέρος της ζωής μας. Αλλά το βασικό είναι ότι η Σάντρα κάνει ότι κάνει μόνο επειδή θέλει να με ευχαριστήσει και όχι επειδή φοβάται την τιμωρία. Δεν θα ήταν σχέση αν ήταν αλλιώς, αν και ένα μαστίγωμα πότε πότε είναι απαραίτητο».

«Σαν να σας απογοήτευσε, παρά για το ότι παρέβη έναν κανόνα;»

«Ακριβώς. Φαίνεται ότι αρχίζεις να καταλαβαίνεις. Συνεχίζει να μη σε ενοχλεί όλο αυτό;»

«Δεν με ενοχλεί καθόλου, Κύριε. Στην πραγματικότητα η περιέργειά μου όλο και αυξάνεται».

«Είναι ακόμη θεωρία όλα αυτά για σένα. Σε λίγο θα παρευρεθείς σε ένα μαστίγωμα και αύριο θα δεις κάτι...κάτι πιο ακραίο και την ίδια ώρα αύριο το βράδυ δεν θα είναι πια θεωρία για σένα όλα αυτά. Η αλήθεια είναι ότι η Σάντρα ήθελε να μας επισκεφτείς αυτό το σαββατοκύριακο γιατί θα γίνει κάτι μοναδικό για την ίδια και ήθελε να είσαι παρούσα για να τη στηρίξεις».

«Είναι τιμή μου», και πράγματι ήταν. Τότε τον ρώτησα. «Για ποιό λόγο θα μαστιγωθεί η Σάντρα; Εφόσον θα μαστιγωθεί με το single tail, σίγουρα σας απογοήτευσε πολύ για κάτι;»

«Όχι, δεν με απογοήτευσε, όχι πολύ όπως λες. Αυτό που έκανε είναι να παραβεί έναν κανόνα με τον οποίο έχει συμφωνήσει να ζει. Και αυτός είναι ότι, αν δεν μου δώσει λόγο να την τιμωρήσω καθόλου μέσα σε μία περίοδο 28 ημερών, είναι ένοχη γιατί προσπάθησε να με χειριστεί μέσω της υπακοής. Αυτό είναι ένα σοβαρό παράπτωμα. Ακόμη και μία ήπια τιμωρία με τη βούρτσα ή λίγες ώρες στο κελί, που θα σου δείξω σύντομα, και το οποίο είναι η συνηθισμένη τιμωρία όταν επιχειρεί να τραβήξει την προσοχή μου, θα ήταν αρκετό για να αποφύγει το μαστίγωμα που θα δεχτεί απόψε».

«Α...» είπα μόνο. Δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι ότι η Σάντρα, ότι κι αν έκανε, ήταν καταδικασμένη. Δεν μου φαινόταν και πολύ δίκαιο αλλά σκέφτηκα τη γοητεία του συγκεκριμένου κανόνα και η ζήλεια μου για την ζωή που ζούσε η Σάντρα μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

«Προσπάθησε να το αποφύγει την τελευταία στιγμή, το πρόσεξες;»

«Πρέπει να παραδεχτώ πως όχι, Κύριε».

«Ο θόρυβος που έκανε όταν έβαζε τα ποτά».

«Τότε που είπατε ‘θόρυβος’, Κύριε».

«Νομίζω πως ήταν αγχωμένη. Αν το είχε κάνει πριν λίγες μέρες, θα την είχα βάλει στο κελί για 6 ώρες, επειδή προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή, και θα είχε αποφύγει το μαστίγωμα. Αλλά με υπηρέτησε για 28 ολόκληρες μέρες χωρίς να προκαλέσει ούτε μία μικρή δυσαρέσκεια. Πρόκειται για ξεκάθαρη προσπάθεια χειρισμού μέσω της υπακοής και θα μαστιγωθεί γι αυτό. Χθες τα μεσάνυχτα έκλεισε η περίοδος των 28 ημερών. Η μοίρα της έχει αποφασιστεί».

«Μάλιστα Κύριε». Τότε κατάλαβα τί εννοούσε η Σάντρα όταν έλεγε, πριν λίγες μέρες που τρώγαμε μαζί, «πρέπει να τα καταφέρω μέχρι τα μεσάνυχτα της Πέμπτης». Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι ήθελε στ’ αλήθεια να προκαλέσει αυτή την τιμωρία. Ποια ανάγκη της προσπαθούσε να καλύψει; Ήταν η λαχτάρα της για πόνο, καθαρό, απλό πόνο; Ή ήταν κάτι πιο βαθύ, η ανάγκη ενός ζώου που λαχταράει να νιώσει το δυνατό χέρι του Αφέντη του να τραβάει το λουρί του;

«Η Χάριετ θα εκτελέσει την ποινή του μαστιγώματος. Θα δεις ότι είναι πολύ επιδέξια, προκαλεί πόνο χωρίς να βγάζει αίμα. Η Χάριετ είναι πολύ πιο σκληρή από μένα. Εγώ έχω μία τάση να γίνομαι επιεικής και, αν και είμαι πιο δυνατός από την Χάριετ, συνήθως δεν χτυπώ τόσο δυνατά. Με μένα τα τελευταία χτυπήματα είναι συμβολικά, όμως η Χάριετ είναι αμείλικτη. Οι γυναίκες είναι πολύ πιο σκληρές από ότι μπορεί ένας άντρας να είναι με μία γυναίκα. Το τελευταίο χτύπημα της Χάριετ είναι το ίδιο δυνατό όσο και το πρώτο».

dora_salonica
11-10-11, 00:17
«Είκοσι», είπε απαλά ο Κύριος. «Μόνο στους ώμους, πρέπει να διατηρήσουμε τον πισινό της ανέπαφο για αύριο».

«Ω, όχι...» Η Σάντρα άφησε να της ξεφύγει ένα υπόκωφο βογγητό και τράβηξε το δοκάρι που της έδενε τα χέρια. Σήκωσε το ένα πόδι αλλά η αλυσίδα που κρατούσε τα πόδια της δεμένα μεταξύ τους την εμπόδιζε.

«Είπε κάτι το κορίτσι;» ρώτησε ο Κύριος κάπως απότομα.

«Το κορίτσι δεν είπε τίποτα Κύριε», μουρμούρισε η Σάντρα.

«Ελπίζω πως όχι. Αν το κορίτσι πιστεύει ότι δεν αρκούν 20...ίσως θα προτιμούσε 30...ή και 40...το κορίτσι πιστεύει ότι 20 βουρδουλιές αρκούν;»

«Αυτό το κορίτσι απαντάει ‘ναι’ στον Κύριό της», είπε η Σάντρα με φωνή που έτρεμε.

«Πολύ καλά. Ξεκινήστε».

Η Χάριετ λύγισε το μαστίγιο, προκαλώντας ένα σφύριγμα καθώς έσκιζε τον αέρα. Μετά το έπιασε με τα δυο της χέρια, έκανε ένα βήμα πίσω, σήκωσε το μαστίγιο πίσω από τον δεξιό της ώμο και με ένα ύφος αποφασιστικότητας το κατέβασε πάνω στην πλάτη της Σάντρα με μεγάλη δύναμη. Κατάλαβα τότε ότι αυτό δεν ήταν ένα παιχνίδι. Ήταν πολύ, πολύ αληθινό. Το μαστίγιο έσκασε πάνω στο κορμί της Σάντρα, το κεφάλι της λύγισε προς τα πίσω και μετά βυθίστηκε μπροστά, τα πόδια της σηκώθηκαν στον αέρα, πρώτα το ένα, μετά το άλλο. Έπνιξε μία κραυγή αλλά μούγκρισε δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε, «Αυτό το κορίτσι ευχαριστεί την Χάριετ για το πρώτο χτύπημα». Μετά ετοιμάστηκε για το δεύτερο. Και η διαδικασία συνεχίστηκε, ξανά και ξανά, όλο και πιο βαθιά στην άβυσσο του πόνου και της εγκαρτέρησης, με τα βογγητά της Σάντρα να γίνονται όλο και πιο δυνατά. Ο χρόνος που περνούσε ανάμεσα στο χτύπημα και το ευχαριστώ της Σάντρα προς την Χάριετ φάνηκε να γίνεται όλο και μεγαλύτερος, καθώς προχωρούσε το μαστίγωμα. Πρόσεξα τότε ότι δεν υπήρχε καμία πίεση για τις ευχαριστίες της Σάντρα, έτσι ώστε, αν και σαφώς θα δεχόταν όλη την τιμωρία στο σύνολό της, μπορούσε τουλάχιστον να έχει κάποιον έλεγχο όσον αφορούσε τον χρόνο από το ένα χτύπημα στο άλλο. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν πίσω από το πανί που της έκλεινε τα μάτια αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τα σκουπίσει. Η Σάντρα ούρλιαξε στο δέκατο πέμπτο χτύπημα και στο δέκατο έκτο, μετά στα τρία τελευταία. Και όμως, παρά τα ουρλιαχτά, τους λυγμούς, το στριφογύρισμα του κορμιού της, η Χάριετ, όπως ακριβώς είχε πει ο Κύριος ότι θα γινόταν, δεν έδειξε κανέναν οίκτο. Έδωσε το κάθε χτύπημα με όλη τη δύναμη και των δύο χεριών της, χωρίς να δείξει κανένα συναίσθημα. Κατάλαβα τότε γιατί η Σάντρα έτρεμε το μαστίγωμα από τα χέρια της Χάριετ παρά από τον Κύριό της.

«Σ’ ευχαριστώ Χάριετ. Εξαιρετικό». Ο Κύριος φαινόταν ικανοποιημένος. Η Χάριετ έκανε μία μικρή υπόκλιση και βγήκε από το δωμάτιο, παίρνοντας μαζί της το μαστίγιο.

Ο Κύριος πλησίασε τη Σάντρα και στάθηκε μπροστά της. Εκείνη, νιώθοντας την παρουσία του, άρχισε να ψάχνει το στόμα του με το δικό της. Ο Κύριος κράτησε την απόστασή του, παίζοντας μαζί της, μετά διέτρεξε το μήκος της πλάτης της με το αριστερό του χέρι, από κάτω προς τα πάνω, άρπαξε τα μαλλιά της και κρατώντας το κεφάλι της έτσι, πήρε το στόμα της μέσα στο δικό του. Φιλήθηκαν παθιασμένα, καθώς το δεξί χέρι του Κυρίου αναζήτησε την πηγή της θηλυκότητάς της ανάμεσα στα πόδια της. Τη βρήκε, έβαλε μέσα το μεσαίο του δάχτυλο και άρχισε να την χαϊδεύει απαλά. Δεν πήρε πολύ χρόνο και το σώμα της άρχισε να σφίγγεται. Ξαφνικά αποτράβηξε το στόμα της από το δικό του και είπε λαχανιάζοντας, «Άδεια για οργασμό, Κύριε».

«Δεκτό». Αυτό ήταν όλο που είπε. Μόλις το είπε, η Σάντρα παραδόθηκε στον οργασμό. Μούγκριζε και προσπαθούσε να αναπνεύσει, ανεβαίνοντας τα τελευταία σκαλιά της κορύφωσης, μέχρι που το σώμα της τεντώθηκε σε έναν φοβερό σπασμό έκστασης και μετά ήρθε ακόμη ένας, κι άλλος, κι άλλος, κάνοντας όλο το σώμα της να τρεμουλιάζει, να πνίγεται μέσα στα απανωτά κύματα της απόλαυσης, μέχρι που έμεινε να κρέμεται εκεί, εξαντλημένη, παίρνοντας βαθιές ανάσες, με τον ιδρώτα να λάμπει πάνω στο κορμί της. Μόνο τότε συνειδητοποίησα πόσο υγρή ήμουν. Αυτό που είχα δει είχε μετατρέψει το σώμα μου σε μέρος της σκηνής, άθελά μου. Έσφιξα τα μπούτια μου, το ένα με το άλλο, νιώθοντας τα απόκρυφά μου να φουσκώνουν με μία τεράστια επιθυμία, τόσο μεγάλη που όμοιά της δεν είχα νιώσει ποτέ πριν στη ζωή μου.

dora_salonica
18-10-11, 23:07
Τράβηξα απαλά την αλυσίδα και προχώρησα μέχρι την άκρη της βεράντας, όπου κάτι σκαλιά οδηγούσαν στον κήπο, προς την κατεύθυνση της λίμνης.

«Είδες λοιπόν πώς ζούμε;» Η Σάντρα περπατούσε δίπλα μου, λίγο πιο πίσω.

«Ναι».

«Σε ενόχλησε;»

«Όχι...καθόλου...νιώθω...λοιπόν το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον».

«Το λάιφστάιλ απαιτεί πολλά από μία γυναίκα», είπε η Σάντρα, «αλλά σε ανταμείβει με τρόπο που κανένας άλλος τρόπος ζωής δεν θα μπορούσε, με την πιο υψηλή έκφραση της γυναικείας υπόστασης. Η απόλυτη παράδοση είναι η ύστατη δήλωση μίας γυναίκας. Πολύ λίγες γυναίκες το καταφέρνουν. Πίστεψέ με, δεν ξέρεις τί σημαίνει να είσαι γυναίκα, μέχρι να ζήσεις με αυτό τον τρόπο. Όταν σε είδα, θεώρησα ότι είσαι δική μας, αυτό που ονομάζουμε ‘σε χειμέρια νάρκη’. Υπήρχε κάτι σε σένα που αναγνώρισα. Το είπα στον άντρα μου κι εκείνος πρότεινε να σε καλέσουμε γι αυτό, το πολύ ιδιαίτερο σαββατοκύριακο, για να δούμε αν είσαι έτοιμη να ξυπνήσεις».

«Νιώθω σαν να ξυπνάω». Περπατούσαμε αργά, τα τακούνια μας χτυπούσαν ρυθμικά. «Πες μου πώς λειτουργεί. Θέλω να πω αν γίνω μέλος της Ιεραρχίας...πώς να το κάνω...φοβάμαι τον πόνο...δεν θα μπορούσα να δεχτώ ένα τέτοιο μαστίγωμα όπως εσύ χθες το βράδυ».

«Το πρώτο είναι το χειρότερο...μόλις τελειώσει όμως, καταλαβαίνεις ότι μπορείς να επιβιώσεις και μετά από λίγο αρχίζεις να το αποζητάς σε τακτά διαστήματα. Το προκαλείς μόνη σου».

«Να το αποζητάς!» Γύρισα και την κοίταξα άναυδη. Δεν μπορούσα τότε ακόμη να πιστέψω ότι κάποια γυναίκα θα ήθελε να της φέρονται έτσι. Τώρα βέβαια, αγαπητέ αναγνώστη, καταλαβαίνω.

«Φυσικά», χαμογέλασε η Σάντρα. «Φυσικά αρχίζεις να το θέλεις. Θέλω να μαστιγώνομαι. Νιώθω καλύτερα τώρα, πολύ καλύτερα, νιώθω ασφαλής, ποθητή, νιώθω ότι ανήκω, και μετά το μαστίγωμα ο Κύριός μου με αντάμειψε με μεγάλη απόλαυση, μου έδωσε τρεις οργασμούς αργότερα το βράδυ, πριν τελειώσει κι εκείνος. Είναι κανόνας της Ιεραρχίας, που όλα τα σπιτικά πρέπει να τηρούν, ότι ο πόνος, όταν γίνεται δεκτός με αξιοπρέπεια, πρέπει πάντα να ακολουθείται από απόλαυση».

«Κατάλαβα». Δεν ήξερα τί άλλο να πω.

..........................


«Λατρεύω αυτό τον τρόπο ζωής. Όσοι καταλαβαίνουν, ξέρουν γιατί, και όσοι δεν καταλαβαίνουν, δεν θα το πιάσουν ποτέ».

«Πώς μπορεί κάποια κοπέλα να γίνει μέλος;»

«Μας βρίσκουν εκείνες. Ή κάποιος τις προσκαλεί. Η Ιεραρχία είναι εκεί όπου μπορεί κάποια να τη βρει. Έχει ένα σάιτ στο διαδίκτυο με τοπικά παραρτήματα».

Αποφάσισα να αφήσουμε το μονοπάτι δίπλα στη λίμνη και να ακολουθήσουμε ένα πιο μικρό μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος. Η παγωνιά, η ησυχία, το γεγονός ότι δεν μπορούσα να δω πού θα μας έβγαζε το μονοπάτι, το έκανε πιο ελκυστικό. Η Σάντρα με ακολούθησε πειθήνια.

«Βλέπεις», είπε. «Το έχεις. Όλες οι υποτακτικές έχουν ένα κυριαρχικό στοιχείο μέσα τους, και όλοι οι Κυρίαρχοι ένα υποτακτικό στοιχείο. Μερικοί ισορροπούν κιόλας ακριβώς στο fifty-fifty, αλλάζοντας ρόλους με τους συντρόφους τους, αλλά όχι στην Ιεραρχία. Η Ιεραρχία αποτελείται ολοκληρωτικά από άντρες Κυρίαρχους / γυναίκες υποτακτικές. Εντελώς. Το ότι με οδήγησες σε αυτό το μονοπάτι δείχνει ότι θα γίνεις μία καλή υποτακτική για τον σωστό Αφέντη».

«Και πώς ακριβώς μπορεί μία κοπέλα να βρει τον σωστό Αφέντη;»

«Δοκιμάζοντας, όπως ακριβώς μία γυναίκα βρίσκει έναν σύντροφο. Υπάρχει ένα σπίτι...που χρησιμοποιείται για δημοπρασίες και για εκπαίδευση. Πηγαίνουν τις κοπέλες εκεί και τις βγάζουν σε διεθνή δημοπρασία με κάμερες στο διαδίκτυο. Είναι μία αληθινή δημοπρασία όπου γίνονται προσφορές».

«Προσφορές!»

«Τα χρήματα μπαίνουν σε έναν λογαριασμό που χρησιμοποιείται για τα έξοδα και τα αεροπορικά εισιτήρια».

«Μάλιστα...»Τράβηξα την αλυσίδα της. «Αυτό που θέλω να πω είναι, μπορεί μία κοπέλα να έχει άποψη για όλα αυτά;»

«Ω, βέβαια, κάποια μπορεί να επιλέξει αν θα είναι σκλάβα ή υποτακτική, μπορεί να αρνηθεί να πάει σε κάποια μέρη του κόσμου που δεν την ελκύουν, μπορεί να επιλέξει αν θα πάει σε μονογαμικό ή πολυγαμικό σπιτικό. Εγώ για παράδειγμα, είμαι σε μονογαμικό σπιτικό. Αλλά τα πολυγαμικά σπιτικά έχουν κι αυτά τη χάρη τους, οι κοπέλες εκεί δεν ανταγωνίζονται η μία την άλλη – είναι αδελφούλες που υπηρετούν και ικανοποιούν τον Αφέντη τους και υπάρχουν λιγότερες απαιτήσεις από την κάθε κοπέλα και πολύ περισσότερος ελεύθερος χρόνος για την κάθε μία».

........................

«Τί γίνεται αν δεν υπάρχει χημεία ανάμεσα σε μία κοπέλα και τον Αφέντη της;»

«Μπορεί να ζητήσει να ξαναβγεί σε δημοπρασία μετά από έναν μήνα. Και αυτό συνεχίζεται μέχρι να βρει έναν Αφέντη που της αρέσει».

«Πηγαίνουν από τη δημοπρασία κατευθείαν στον Αφέντη;»

«Α...» Η Σάντρα σώπασε για μια στιγμή και ήξερα ότι θα μου έδινε κάποια δυσάρεστη πληροφορία. «Λοιπόν, όχι, όχι κατευθείαν. Μετά τη δημοπρασία η κοπέλα περνάει από τη ‘μείωση’».

«Μείωση;»

«Είναι όπως η βασική εκπαίδευση στο στρατό...πολύ σκληρή, αλλά όταν την περάσεις, η ζωή γίνεται πολύ πιο εύκολη...μας δίνει την αίσθηση ότι επιτύχαμε και ότι ανήκουμε και μας κάνει να καταλάβουμε ότι η ζωή μας εξαρτάται από την Ιεραρχία και ακόμη ότι μπορούμε να την εμπιστευόμαστε».

«Δεν μου ακούγεται πολύ καλό», της είπα. «Χτυπούνε ένα κορίτσι μέχρι που να υποταχθεί; Ατελείωτα μαστιγώματα...κάτι τέτοιο;»

«Νομίζω ότι οι σκλάβες μόνο μειώνονται με το μαστίγιο, οι υποτακτικές όχι, αλλά είναι πάλι κάτι δυσάρεστο. Δεν μπορώ να σου πω περισσότερα. Λυπάμαι. Και βέβαια εξαρτάται και από το ποιος θα είναι ο δικός σου εκπαιδευτής...ο δικός μου ήταν μία γυναίκα, Γερμανίδα, η Νοσοκόμα Μπράντ. Πάω στοίχημα ότι ήταν Ναζί σε μία πρότερη ζωή της. Αν σου τύχει αυτή, θα περάσεις δύσκολα».

«Αν γίνω μέλος».

«Αν γίνεις», είπε η Σάντρα.

........................


Εκείνη τη νύχτα έμεινα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, χωρίς να μπορώ να κοιμηθώ. Ήταν σαν να είχα ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Ένας νέος κόσμος είχε ανοίξει για μένα. Σκέφτηκα τη Σάντρα, το μαστίγωμα, τη σκέφτηκα γυμνή κάτω από το γούνινο παλτό της καθώς περπατούσαμε στον κήπο και φυσικά σκέφτηκα και την τελετή του «γάμου» στην οποία είχα παρευρεθεί και όπου η Σάντρα είχε σημαδευτεί στην πλάτη με πυρωμένο σίδερο. Αυτό ήταν το υπέρτατο σύμβολο της ιδιοκτησίας, όπως μου είχε πει η Σάντρα, γιατί σήμαινε ότι η δέσμευση ήταν παντοτινή, σύμφωνα με τον κώδικα τιμής της Ιεραρχίας. Όποιος παραβίαζε τον κώδικα, σύντομα έβρισκε τον εαυτό του εκτός Ιεραρχίας. Και αυτό ήταν μία τρομερή μοίρα, γιατί όποιος είχε ζήσει κάποτε έτσι, δεν μπορούσε να βρει τη συνηθισμένη ζωή αρκετή πια.

Δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο. Τα δάχτυλά μου γλίστρησαν προς την κοιλιά μου και βρήκαν την πηγή της ηδονής μου. Οδήγησα το κορμί μου εκεί όπου είχε ανάγκη να πάει, αργά και με ολοένα αυξανόμενη ένταση. Ποτέ δεν είχα νιώσει τόσο ζωντανή, τόσο θηλυκή, τόσο γυναίκα. Ήταν σαν να είχε ανάψει μία φωτιά μέσα μου και, αν και ήταν ακόμη η αρχή, το ήξερα ότι σύντομα θα με τύλιγε ολόκληρη και θα χανόμουν μέσα της. Παραδόθηκα στις φλόγες και άρχισα να καίγομαι.

Andr(e)as
19-10-11, 10:35
Πολύ καλό... αν και η αλλαγές προσώπων εμένα με μπερδεύουν και καμιά φορά δεν το αντέχω... ίσως σε αυτή την ιστορία χρειάζεται... θα δούμε... στο τέλος :)

Ανδρ(ε)ας

dora_salonica
20-10-11, 13:09
Κεφάλαιο Δύο
Όπου εισέρχομαι στο Μεγάλο Σπίτι, με δημοπρατούν και μετά με «μειώνουν».

Σε αυτό το κεφάλαιο, αγαπητέ αναγνώστη, θα μιλήσω για την πιο δύσκολη περίοδο του ταξιδιού μου σε αυτό το λάιφσταιλ που προσέφερε η Ιεραρχία. Ήταν σίγουρα η πιο ανώδυνη περίοδος, αλλά είχε τόσο εξευτελισμό, τόσα ψυχικά και πνευματικά μαρτύρια, που ίσως ο ευαίσθητος αναγνώστης καλά θα κάνει να μην προχωρήσει παρακάτω.

Ένα μήνα αφότου είχα επισκεφτεί το σπίτι της Σάντρα, ένα μήνα μετά από εκείνο το σαββατοκύριακο που είχα περπατήσει μαζί της στον κήπο, την ημέρα μετά την τελετή του μαρκαρίσματός της, η Σάντρα με οδήγησε στο Μεγάλο Σπίτι. Το Μεγάλο Σπίτι βρισκόταν σε μία απομακρυσμένη περιοχή, σε μία τεράστια έκταση βαθειά στην Πενσυλβανία, όπως αποκαλύφθηκε. Έπρεπε να υποβάλλω την παραίτησή μου από τη δουλειά και ακόμη να ειδοποιήσω ότι θα αφήσω το διαμέρισμά μου. Αυτά τα έκανα μόλις έλαβα μήνυμα από τη Σάντρα ότι θα μου επιτραπεί να γίνω μέλος στην Ιεραρχία αν το ζητήσω. Απάντησα μέσω της Σάντρα, ότι θα ήθελα να γίνω μέλος και τότε εκείνη μου είπε ότι έπρεπε να αρχίσω να απομακρύνομαι από τη ζωή μου όπως την ήξερα μέχρι τότε. Αφού παράτησα τη δουλειά μου και το διαμέρισμά μου, έβαλα τα έπιπλά μου σε μία αποθήκη, εφόσον μου είπαν ότι θα έφευγα για «ένα μεγάλο χρονικό διάστημα». Μου είπαν ότι μπορούσα να φέρω μαζί μου μόνο μία μικρή τσάντα με τα πιο σημαντικά πράγματα για μένα, το διαβατήριό μου και να ντυθώ με τα καλύτερα ρούχα μου για το ταξίδι. Επέλεξα να φορέσω τα πιο όμορφα μεταξωτά μου εσώρουχα, λεπτές κάλτσες σιλικόνης, ένα κόκκινο φόρεμα ως το γόνατο, και το Burberry παλτό και καπέλο.

.......................


Το Μεγάλο Σπίτι ήταν ένα καταθλιπτικό κτίριο που φαινόταν να στέκεται βαρύ στην έκταση που του ανήκε. Κοντοστάθηκα πάνω στον λόφο και το κοίταξα. Ήταν φτιαγμένο από πέτρα, πράγμα πολύ παράξενο για εκείνη την περιοχή της Αμερικής, όπου τα περισσότερα κτίρια ήταν ξύλινα. Το στυλ του ήταν ένα τερατώδες σχέδιο του 19ου αιώνα, αυτό που νομίζω ότι αποκαλείται «ακανόνιστη γραμμή», μία σειρά από πυργίσκους και γωνίες από δω κι από κει, από παράθυρα δωματίων που προεξείχαν κάτω από τις γερτές στέγες με τα κεραμίδια. Δεν ακολουθούσε καθόλου την «απαλή γραμμή» των ναών της Αρχαίας Ελλάδας. Το σπίτι ήταν φωτισμένο στο ισόγειο και στους πάνω ορόφους, καθώς και σε ένα ή δύο παράθυρα δωματίων στη σοφίτα της στέγης. Και ήταν πραγματικά μεγάλο, δικαιώνοντας το όνομά του, σχεδόν τόσο μεγάλο όσο το Δημαρχείο μίας αρκετά μεγάλης πόλης.

Τότε μία πόρτα στο πλάι του σπιτιού, στο ισόγειο, άνοιξε και μία δέσμη φωτός έλαμψε στον εξωτερικό χώρο μπροστά στην πόρτα και μέχρι τους θάμνους. Κανένας δεν στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν μόνο μια πόρτα. Πλησίασα, περνώντας μπροστά από μία σειρά παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Δεν υπήρχε πουθενά αλλού να πάω.

Έφτασα στην πόρτα, έστριψα προς το μέρος της και σταμάτησα. Μία γυναίκα στεκόταν εκεί, μεγαλόσωμη, γεροδεμένη, με μία στριφνή έκφραση στο τετράγωνο, σχεδόν αντρικό πρόσωπό της. Είχε κοντοκομμένα γκρίζα μαλλιά και φορούσε στολή νοσοκόμας. Υπολόγισα ότι ήταν γύρω στα πενήντα πέντε. Με κάρφωσε με μία ματιά δυσαρέσκειας.

“Come!”, είπε, με μία βαριά Γερμανική προφορά, έτσι που πρόφερε τη λέξη Κομ.

Πέρασα το κατώφλι και προσευχήθηκα να μην ήταν αυτή η νοσοκόμα Μπράντ για την οποία με είχε προειδοποιήσει η Σάντρα. Πέρασε δίπλα μου κι έκλεισε την πόρτα, ασφαλίζοντάς την με μία βαριά σιδερένια μπάρα, έτσι ώστε να αποτρέπεται η είσοδος απ’ έξω αλλά να επιτρέπεται η έξοδος από μέσα. Έτσι δεν ένιωσα φυλακισμένη, αλλά η απόμερη τοποθεσία του κτιρίου με ανάγκαζε να είμαι ξεκάθαρα εξαρτημένη από αυτό και από τους ανθρώπους του. Η γυναίκα με προσπέρασε φουριόζα και προχώρησε στον μακρύ, στενό διάδρομο που οδηγούσε από την πόρτα στα σωθικά του Μεγάλου Σπιτιού κι εγώ την ακολούθησα. Υπήρχαν πόρτες στους τοίχους του διαδρόμου σε τακτά διαστήματα και σκάλες που οδηγούσαν μακριά από αυτόν, αλλά εμείς εισχωρούσαμε όλο και βαθύτερα στο κτίριο μέχρι που φτάσαμε σε μία πόρτα στο τέρμα του διαδρόμου, την οποία η γυναίκα ξεκλείδωσε με μία αρμαθιά κλειδιά.

Μπήκε στο δωμάτιο και κράτησε την πόρτα ανοιχτή, περιμένοντας προφανώς να μπω κι εγώ. Ήταν ένα δωμάτιο με Σπαρτιάτικη επίπλωση. Ένα τραπέζι στεκόταν στο κέντρο του δωματίου και μία καρέκλα μπροστά στο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ήταν ένα κουτί από σκληρό χαρτόνι και δύο ετικέτες βαλίτσας. Υπήρχε μία σειρά από ράφια στους τοίχους, γεμάτα με χαρτονένια κουτιά παρόμοια με αυτό που ήταν στο τραπέζι και με μικρές βαλίτσες, σακ-βουαγιάζ και σάκους.

«Έχει αυτό στυλό;» είπε με τη βαριά προφορά της.

«Όχι».

Έβγαλε ένα στυλό από την τσέπη της ζακέτας της και το τοποθέτησε με θόρυβο στο τραπέζι.

«Γράψε το όνομά σου και τη σημερινή ημερομηνία στις ετικέτες».

Πήρα το στυλό και έκανα όπως μου είπε.

«So, εγώ είμαι η Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ».

Η καρδιά μου βούλιαξε.

«Θα με προσφωνείς ως Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ. Και θα μιλάς μόνο όταν σου απευθύνω το λόγο. Τώρα γδύσου, όλα τα ρούχα. Βάλε ρούχα στο κουτί. Τώρα!»

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να υπακούσω. Έβγαλα τα ρούχα μου ένα ένα και τα έβαλα τακτικά μέσα στο κουτί, μέχρι που έμεινα να στέκομαι ολόγυμνη, τρέμοντας μέσα στο κρύο δωμάτιο.

«Την τσάντα σου».

Πήρα την τσάντα μου και την τοποθέτησα στο τραπέζι. Την άνοιξε και έβγαλε από μέσα το διαβατήριό μου, το οποίο τοποθέτησε στην τσέπη της.

«Βάλε ετικέτες».

Το έκανα, περνώντας το κορδόνι της μίας ετικέτας μέσα από μία τρύπα που είχε ανοιχτεί στο καπάκι του χάρτινου κουτιού και το κορδόνι της άλλης γύρω από το χερούλι της τσάντας μου.

«Βάλε κουτί και τσάντα στο ράφι πίσω».

Το έκανα, συνειδητοποιώντας ότι κάθε κουτί και τσάντα ανήκε σε ένα κορίτσι που είχε περάσει από εκεί πριν από μένα. Αφού έβαλα το κουτί μου και την τσάντα μου στο ράφι, γύρισα πάλι και την κοίταξα.

«Βρίσκεσαι εδώ με την ελεύθερη θέλησή σου;»

«Ναι», απάντησα.

Σώπασε και με κοίταξε έντονα. «Έλα γύρω από το τραπέζι σ’ αυτή τη μεριά».

Το έκανα και στάθηκα μπροστά της και πριν καταλάβω τί γινόταν, με χτύπησε με τη γροθιά της στο στομάχι, τόσο δυνατά που έπεσα στο πάτωμα, διπλωμένη στα δύο με κομμένη την ανάσα. Ποτέ δεν μου είχαν ρίξει μπουνιά στο στομάχι, αλλά ήμουν βέβαιη πως ούτε ανθρακωρύχος δεν θα μπορούσε να με είχε χτυπήσει πιο δυνατά. Τα χοντροκομμένα παπούτσια της ήταν μπροστά στα μάτια μου και οι χοντρές της γάμπες, που ήταν τυλιγμένες σε νάιλον κάλτσες, ήταν το μόνο που μπορούσα να δω μέσα από τα μάτια μου που είχαν γεμίσει δάκρυα.

«Μάλιστα Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ», γρύλισε. «Σου είπα, πάντα θα με αποκαλείς Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα», είπα λαχανιάζοντας. «Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ».

«Ωραία. Εσύ συνεργαστείς. Πράγματα πιο εύκολα για σένα. Σήκω».

Προσπάθησα να σηκωθώ, διπλωμένη ακόμα από τον πόνο, προσπαθώντας να βρω την ανάσα μου.

«Τώρα μπεις Ιεραρχία. Αν θέλεις φύγεις, το λες, θα σου επιτραπεί να φύγεις και θα σε επιστρέψουμε σπίτι σου από όπου βρίσκεσαι στον κόσμο. Αν εσύ το σκάσει, έχεις 28 μέρες να επιστρέψεις στον Μάστερ σου. Αν όχι γυρίσει σε 28 μέρες, το Μεγάλο Σπίτι θα ενημερωθεί και τα πράγματά σου θα καταστραφούν. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ».

«Ωραία. Ακολούθησε».

............................


«So, αύριο βρούμε σπίτι για σένα». Έκλεισε το ντοσιέ και το τοποθέτησε σε ένα συρτάρι. Σηκώθηκε. «Κομ», είπε.

Πάλι με οδήγησε στο ζεστό διάδρομο με τη μοκέτα αλλά ήταν σαν να ήμασταν αυτή κι εγώ οι μόνοι άνθρωποι μέσα στο σπίτι. Κατεβήκαμε τη σκάλα και βρεθήκαμε στον κρύο πλακόστρωτο διάδρομο από τον οποίο είχα μπει στο σπίτι και μετά με πήγε σε ένα μπάνιο. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με πλακάκια στο πάτωμα. Ένα τραπέζι από ανοξείδωτο ατσάλι στεκόταν σε μία γωνιά, καθώς και μία μεταλλική δεξαμενή την φοβερή χρησιμότητα της οποίας θα ανακάλυπτα λίγο αργότερα το ίδιο βράδυ, μία λεκάνη τουαλέτας, χωρίς κάθισμα, μόνο η λεκάνη από πορσελάνη και ένα καζανάκι, δίπλα στο μεταλλικό κουτί, και στον απέναντι τοίχο μία σειρά από ρηχές μπανιέρες από πορσελάνη, έξι στο σύνολό τους. Η κάθε μία είχε μία τρύπα με τάπα στο κέντρο. Μία σωλήνα κρεμόταν σε κουλούρα στον τοίχο δίπλα στις μπανιέρες.

Η Νοσοκόμα Μπραντ πήρε μία ξύλινη καρέκλα από τη γωνία και την τοποθέτησε δίπλα στο τραπέζι, δείχνοντάς μου να καθίσω με το δάχτυλο. Υπάκουσα και κάθισα στην καρέκλα. Άκουσα ένα συρτάρι να ανοίγει κάτω από την επιφάνεια του τραπεζιού και το αδιαμφισβήτητο ψαλίδισμα ενός ψαλιδιού.

«Ω...», μου ξέφυγε ένα βογκητό.

«Είπε κάτι αυτό;»

«Όχι, Νοσοκόμα Μείωσης Μπραντ».

«Ωραία, αυτό καλό για σένα». Άρπαξε τότε μία μπούκλα από τα όμορφα μαλλιά μου και την έκοψε. Και συνέχισε να κόβει και να κόβει και τα μαλλιά μου έπεφταν στο πάτωμα γύρω μου, όλες αυτές οι υπέροχες μακριές μπούκλες που είχαν πάρει τόσο καιρό να μακρύνουν και που τις φρόντιζα τόσο πολύ, για τόσο πολλά χρόνια, όλες έπεφταν στα κρύα πλακάκια γύρω από την καρέκλα όπου καθόμουν. Ένιωσα το κρύο στο κεφάλι μου και κατάλαβα τότε γιατί οι φαλακροί φορούν καπέλο το χειμώνα. Πήγε στο νιπτήρα και γέμισε μία πλαστική λεκάνη με νερό και επέστρεψε στο τραπέζι με αυτή. Φόρεσε γάντια, νομίζω για να προστατέψει τα χέρια της από το κρύο νερό. Έβρεξε το κεφάλι μου καλά και μετά το έτριψε με ένα σκληρό αντισηπτικό σαπούνι, προσθέτοντας και άλλο νερό καθώς το έκανε. Όταν έγινε μία λεπτή σαπουνάδα στο κεφάλι μου, άρχισε να το ξυρίζει με ένα ξυράφι, με μεγάλες αποφασιστικές κινήσεις, έτσι ώστε στο τέλος το κεφάλι μου ήταν εντελώς φαλακρό σαν μπάλα του μπιλιάρδου. Έβγαλε τα γάντια της και πέρασε τα χέρια της πάνω στο κεφάλι μου, σαν να θαύμαζε το έργο της, καθώς εγώ προσπαθούσα να πνίξω τα δάκρυά μου. Η ταπείνωση, αγαπητέ αναγνώστη, ήταν απερίγραπτη.

«So», είπε, αφήνοντας το ξυράφι στο τραπέζι. «Πρέπει τώρα κάνεις το υπόλοιπο κορμί σου. Είναι κανόνας, κανένα κορίτσι δεν μπορεί να έχει τρίχες πιο κάτω από τα βλέφαρα. Μόνο φρύδια και βλέφαρα έχουν τρίχες, so, πρέπει ξυρίσεις γάμπες, μασχάλες και γεννητικά όργανα. Φεύγω τώρα και έρχομαι σε μισή ώρα να σε επιθεωρήσω...αν βρω τρίχες, εγώ βγάλει με τσιμπιδάκι. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, Νοσοκόμα Μείωσης Μπράντ», κατάφερα να τραυλίσω μέσα από τα δόντια μου που χτυπούσαν, γιατί το δωμάτιο ήταν κρύο, κρύο, κρύο και ακόμη έτρεμα από το θυμό για τον εξευτελισμό μου.

dora_salonica
21-11-11, 14:26
Κεφάλαιο 3
Όπου ταξιδεύω στην Αγγλία, γίνομαι υπηρέτρια της Πριγκίπισσας και δέχομαι τον πρώτο μου ραβδισμό

«Αυτό το μαστίγωμα είναι με την ευκαιρία της άφιξής σου. Τα επόμενα μαστιγώματα θα είναι τιμωρίες για σφάλματά σου. Θα δεχθείς 12 χτυπήματα. Θα επιτρέπω ένα διάλειμμα δύο λεπτών μετά από κάθε χτύπημα, κατά τη διάρκεια των οποίων θα παραμένεις ακίνητη. Δεν θα κινείσαι, ούτε θα φωνάζεις, ούτε θα κάνεις κανέναν θόρυβο όταν θα δέχεσαι το κάθε χτύπημα. Εάν δεν το τηρήσεις αυτό, το χτύπημα θα θεωρείται άκυρο και θα επαναλαμβάνεται. Αλλά θα μιλάς. Μετά από κάθε χτύπημα θα λες με ήρεμη φωνή, όπου δεν θα υπάρχει ούτε ίχνος έκφρασης πόνου, «Με την άδειά σας, Υψηλοτάτη, αυτό το κορίτσι σας ευχαριστεί για το πρώτο χτύπημα. Το δεύτερο χτύπημα...το τρίτο χτύπημα και ούτω καθεξής μέχρι το δωδέκατο. Κατάλαβες;»

«Με την άδειά σας, Υψηλοτάτη, αυτό το κορίτσι κατάλαβε». Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.

«Ωραία». Η Πριγκίπισσα με πλησίασε και σήκωσε τη φούστα μου, μέχρι που σκέπασε τους ώμους μου και μετά κατέβασε το εσώρουχό μου κάτω μέχρι που ο πισινός μου έμεινε γυμνός. Έπρεπε να το περιμένω ότι δεν θα με χτυπούσε πάνω από τα ρούχα.

Έχω μάθει, με το πέρασμα του χρόνου, ότι υπάρχουν δύο ξυλοδαρμοί που κανένας δεν ξεχνάει ποτέ: ο πρώτος και ο χειρότερος. Αυτός ήταν ο πρώτος μου.

Η Πριγκίπισσα στάθηκε πίσω μου και λίγο στο πλάι και χτύπησε απαλά τον πισινό μου τρεις φορές με το ραβδί, ακουμπώντας το ραβδί ολόκληρο κατά μήκος του πισινού μου. Μετά έμεινε ακίνητη. Τότε άκουσα το ραβδί να σκίζει τον αέρα και μετά άκουσα τον γδούπο που έκανε πάνω στη σάρκα μου. Για ένα δευτερόλεπτο πίστεψα ότι ο ραβδισμός απλά δεν πονάει. Απόρησα γιατί όλοι τον φοβόντουσαν τόσο. Μετά ήρθε ο πόνος, σαν να είχε ακουμπήσει κάποιος έναν πυρακτωμένο λοστό επάνω στον πισινό μου. Ο πόνος ανέβηκε και έφτασε σε ένα πλατό όπου παρέμεινε. Προσπάθησα να διατηρήσω τη θέση μου και κατάπια την κραυγή με σφιγμένα δόντια και μετά ο πόνος άρχισε να κοπάζει λίγο, αλλά λίγο μόνο. Η Πριγκίπισσα πήγε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω στο σκοτάδι. Μόλις βρήκα ξανά την αυτοκυριαρχία μου, είπα, «Με την άδειά σας, Υψηλοτάτη, αυτό το κορίτσι σας ευχαριστεί για το πρώτο χτύπημα».

«Ήταν ευχαρίστησή μου, κορίτσι μου», απάντησε. «Το δέχτηκες πολύ καλά, μένουν άλλα έντεκα».

Έμεινε δίπλα στο παράθυρο καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούσαν. Ήταν τα δύο πιο αργόσυρτα λεπτά της ζωής μου. Ήθελα απλά να τελειώνουν, να ξεμπερδεύω με όλο αυτό. Ήθελα από την άλλη να κρατήσουν για πάντα, γιατί ο πόνος ήταν πολύ δυνατός. Ήρθε πάλι κοντά μου, πήρε τη θέση της και πάλι χτύπησε απαλά τον πισινό μου τρεις φορές και μετά μου έδωσε το δεύτερο χτύπημα με όλη της τη δύναμη. Και πάλι δεν ένιωσα τίποτα για μία στιγμή και μετά ήρθε ο πόνος, πάλι σαν πυρωμένο σίδερο πάνω στη σάρκα μου και πάλι προσπάθησα να παραμείνω σιωπηλή και ακίνητη, εκτός από τις ευχαριστίες μου προς αυτήν. Ήρθε μπροστά μου και ψαχουλεύοντας κάτω από τη φούστα μου, με χάιδεψε στο μάγουλο, τρυφερά, απαλά.

«Ξέρεις», είπε. «Μπορεί να μην το πιστεύεις τώρα, αλλά σύντομα θα κάνεις πράγματα που προκαλούν το μαστίγωμα. Μόλις οι ενδορφίνες αρχίσουν να λειτουργούν και σε διεγείρουν, θα λαχταράς το μαστίγωμα, μία φορά την εβδομάδα ή κάθε δύο εβδομάδες. Όλα τα κορίτσια το κάνουν, όλα τα κορίτσια που πέρασαν από δω πάντα έτσι το έκαναν. Όταν πας στους κοιτώνες, θα παρατηρήσεις ότι όλα τα κορίτσια έχουν σημάδια μονίμως. Οι μελανιές από το ραβδί κρατούν περίπου δύο εβδομάδες και μέχρι τότε θα είσαι έτοιμη για τον επόμενο ραβδισμό, εκτός βέβαια εάν ήδη έχεις μαστιγωθεί εν τω μεταξύ».